ΤΟ ΑΣΚΕΦΤΟ - ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΡΠΟΥΖΟΣ
ΤΟ ΑΣΚΕΦΤΟ
Το Άσκεφτο, στη μετα-οντολογική σκέψη, δεν σημαίνει απλώς εκείνο που δεν έχει ακόμη γίνει αντικείμενο της Σκέψης, ούτε ένα ‘’άγνωστο ον’’ που αναμένει την αποκάλυψή του μέσα από την εξέλιξη της γνώσης. Μια τέτοια κατανόηση θα παρέμενε εγκλωβισμένη στην παραδοσιακή σχέση υποκειμένου και αντικειμένου, σύμφωνα με την οποία υπάρχει ένας ήδη προσδιορισμένος Κόσμος και απέναντί του μια Σκέψη που καλείται σταδιακά να τον γνωρίσει, να τον περιγράψει και να τον καταστήσει νοητό. Το Άσκεφτο σημαίνει κάτι βαθύτερο: τη διάνοιξη της Σκέψης προς εκείνο που δεν μπορεί να εξαντληθεί από τις ίδιες τις μορφές μέσω των οποίων η Σκέψη προσδιορίζει, κατηγοριοποιεί και οργανώνει την εμπειρία. Το Άσκεφτο είναι η αθεμελίωτη Άβυσσος των άπειρων δυνατοτήτων, η απουσία περιορισμών, η αδυνατότητα του Κόσμου να εξαντληθεί σε οποιαδήποτε από τις μορφές που εκδηλώνονται. Το Άσκεφτο συνδέεται οργανικά με την Άβυσσο του Μηδενός, το Μηδέν ως το μη-προσδιορισμένο Άνοιγμα από το οποίο μπορούν να αναδυθούν απεριόριστες μορφές. Το Άσκεφτο είναι η ίδια αυτή ανοιχτότητα όταν ιδωθεί από την πλευρά της Σκέψης. Το Άσκεφτο είναι η Άβυσσος των απεριόριστων δυνατοτήτων του Κόσμου, η αθεμελίωτη ανοιχτότητα μέσω της οποίας ο Κόσμος δεν παύει να συν-διαμορφώνεται και να συν-μεταμορφώνεται, δεν διαθέτει ιδιότητες και δεν επιδέχεται κατηγορημάτων. Αν του αποδώσουμε μια συγκεκριμένη ουσία, ιδιότητα ή τελικό προσδιορισμό, το έχουμε ήδη μετατρέψει σε μία από τις δυνατότητες και έχουμε αποκλείσει εκείνο που θέλει να δηλώσει, το Ανεκδήλωτο
Η παραδοσιακή μεταφυσική θεμελιώνεται, σε μεγάλο βαθμό, στην παραδοχή ότι ο Κόσμος είναι εγγενώς προσδιορισμένος και, ακριβώς γι’ αυτό, προσπελάσιμος από τον Λόγο. Εάν ο Κόσμος διαθέτει μια σταθερή ουσία, μια τελική ταυτότητα ή ένα σύνολο ιδιοτήτων που το χαρακτηρίζουν, τότε η Σκέψη μπορεί να αναζητήσει τις κατάλληλες έννοιες για να τον αναπαραστήσει και να τον καταστήσει γνωστό. Η γνώση γίνεται έτσι διαδικασία αντιστοίχισης ανάμεσα στη μορφή του πραγματικού και στη μορφή της έννοιας, ενώ η αλήθεια νοείται ως επιτυχής προσδιορισμός εκείνου που ήδη είναι προσδιορισμένο.
Η μετα-οντολογική σκέψη δεν αρνείται τη δυνατότητα του Λόγου ούτε τη σημασία της έννοιας, αλλά αμφισβητεί την προϋπόθεση ότι ο Κόσμος είναι ένα εξαρχής ολοκληρωμένο αντικείμενο, διαθέσιμο σε τελική εννοιολογική σύλληψη. Ο Κόσμος δεν προηγείται της Σκέψης ως πλήρως σχηματισμένο περιεχόμενο που περιμένει να κατονομαστεί, όπως και η Σκέψη δεν βρίσκεται έξω από τον Κόσμο ως ουδέτερος παρατηρητής. Κόσμος και Σκέψη συν-διαμορφώνονται μέσα σε μια διαδικασία όπου κάθε προσδιορισμός παράγει ταυτόχρονα νέες δυνατότητες προσδιορισμού και κάθε μορφή νοήματος ανοίγεται προς εκείνο που δεν έχει ακόμη αποκτήσει μορφή.
Το Άσκεφτο είναι ακριβώς αυτή η ανοιχτότητα. Δεν είναι ένα «κάτι» που βρίσκεται πέρα από τη Σκέψη και περιμένει να συλληφθεί, αλλά το γεγονός ότι καμία Σκέψη δεν μπορεί να κλείσει οριστικά το πεδίο του νοήματος. Είναι το ιλιγγιώδες συμβάν της μη-εξαντλησιμότητας της ίδιας της Σκέψης, το σημείο όπου κάθε έννοια συναντά τα όριά της και, αντί να μετατρέπεται σε τελική απάντηση, γίνεται πέρασμα προς μια νέα δυνατότητα σκέψης. Αυτό σημαίνει ότι το Άσκεφτο δεν μπορεί να κατανοηθεί ως μια μυστική ουσία πίσω από τα φαινόμενα, δεν υπάρχει πίσω από τον Κόσμο ένας δεύτερος, αόρατος Κόσμος ο οποίος θα αποτελούσε το αληθινό του θεμέλιο. Το Άσκεφτο δεν είναι κρυμμένη πραγματικότητα αλλά αθεμελίωτη ανοιχτότητα του ίδιου του πραγματικού, η αδυνατότητα του Κόσμου να συμπέσει οριστικά με οποιονδήποτε προσδιορισμό του.
Κάθε έννοια, κάθε κατηγορία, κάθε γλωσσικός προσδιορισμός αποτελεί έτσι μια προσωρινή τομή μέσα σε ένα απροσδιόριστο και απροσμέτρητο πεδίο που δεν εξαντλείται από την τομή αυτή. Η έννοια αποκαλύπτει, αλλά συγχρόνως αποκρύπτει· καθιστά κάτι ορατό, αλλά συγχρόνως αφήνει ανοιχτό εκείνο που δεν χωρά στη συγκεκριμένη μορφή ορατότητας. Το Άσκεφτο είναι αυτή η ανοιχτή διάσταση που παραμένει ενεργή μέσα σε κάθε προσδιορισμό. Γι’ αυτό το Άσκεφτο δεν βρίσκεται έξω από τη Σκέψη. Βρίσκεται στον πυρήνα της Σκέψης ως η δυνατότητα της υπέρβασής της. Κάθε φορά που η Σκέψη προσδιορίζει κάτι, παράγει συγχρόνως ένα περίσσευμα νοήματος που δεν περιλαμβάνεται πλήρως στον προσδιορισμό.
Η Σκέψη, επομένως, δεν έχει απέναντί της το Άσκεφτο ως ένα άγνωστο αντικείμενο. Το φέρει ήδη ως δομικό συστατικό της λειτουργίας της. Η δυνατότητα να σκεφτεί διαφορετικά δεν έρχεται από έναν εξωτερικό χώρο, αλλά αναδύεται από την ίδια την αδυναμία της υπάρχουσας σκέψης να εξαντλήσει αυτό που επιχειρεί να νοηματοδοτήσει, το Αθεμελίωτο Άνοιγμα των άπειρων δυνατοτήτων. Το αθεμελίωτο δεν σημαίνει ότι ο Κόσμος είναι ανερμάτιστος, ότι στερείται κάθε συνοχής, ότι πίσω από τα πράγματα υπάρχει ένα απόλυτο χάος ή το αντίθετό του, ότι ο Κόσμος διέπεται από συνοχή και απόλυτη τάξη. Σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα τελικό, εξωτερικό ή ακίνητο θεμέλιο στο οποίο θα μπορούσε να αναχθεί ολόκληρη η πολλαπλότητα των μορφών. Ο Κόσμος δεν χρειάζεται ένα πρωταρχικό ή τελικό θεμέλιο για να υπάρχει ως δυναμική ανοιχτότητα. Η συνοχή του δεν είναι η συνοχή μιας ακίνητης ουσίας, αλλά η συνοχή ενός Ρυθμού μέσα στον οποίο οι μορφές γεννιούνται, συνδέονται, μετασχηματίζονται και ανοίγονται σε άλλες μορφές.
Από εδώ γίνεται κατανοητή και η σχέση του Άσκεφτου με την Άχρονη Ολότητα/Αποσπασματικότητα. Η Άχρονη Ολότητα δεν είναι μια υπερβατική ολότητα που βρίσκεται έξω από τον χρόνο, ούτε μια αιώνια ουσία που περιέχει όλα τα επιμέρους. Είναι ο Κόσμος στην ανοιχτή ενότητα/πολλαπλότητα των χρονικών του διαστάσεων, όπου το συγχρονικό, το διαχρονικό και το πανχρονικό δεν αποτελούν τρία ξεχωριστά επίπεδα αλλά διαφορετικές διαστάσεις της ενιαίας και συγχρόνως διαφοροποιημένης κοσμικής κίνησης. Ο χρόνος δεν εμφανίζεται έτσι ως μία γραμμική ακολουθία στιγμών που διαδέχονται η μία την άλλη, ούτε ως κυκλική επανάληψη του Ίδιου. Ο Κόσμος ξετυλίγεται σπειροειδώς ως ολικός και αποσπασματικός χρόνος ταυτόχρονα, ως ενότητα και πολλαπλότητα, ως συγχρονία, διαχρονία και πανχρονία. Οι χρονικές διαστάσεις συνυφαίνονται μέσα στην Άχρονη Ολότητα μέσω της οποίας οι μορφές συνυπάρχουν, επανερμηνεύονται και μεταμορφώνονται. Το Άσκεφτο είναι η ανοιχτότητα του Κόσμου προς τις πολλαπλές δυνατότητες της χρονικότητας, η ενιαία και πολυδιάστατη συνύφανση των χρονικών τρόπων μέσα από τους οποίους οι μορφές αποκτούν και μεταβάλλουν το νόημά τους. Έτσι, το Άσκεφτο δεν είναι το αντίθετο της Σκέψης, είναι η εσωτερική ανοιχτότητα κάθε Σκέψης προς αυτό που δεν έχει ακόμη μορφοποιηθεί μέσα του. Κάθε σκέψη περιέχει το Άσκεφτο όχι ως κρυφό περιεχόμενο, αλλά ως δυνατότητα μεταμόρφωσης.
Αυτό μεταβάλλει ριζικά και τη σημασία της Αλήθειας. Η Αλήθεια δεν μπορεί πλέον να νοηθεί ως τελική αντιστοιχία ανάμεσα στη σκέψη και σε ένα ήδη πλήρως προσδιορισμένο πραγματικό. Η αλήθεια γίνεται περισσότερο κίνηση διάνοιξης, δεν είναι κατοχή ενός τελικού περιεχομένου, αλλά δυνατότητα να παραμένει η Σκέψη σε σχέση με εκείνο που δεν εξαντλείται από τις ήδη υπάρχουσες μορφές της. Εκεί ακριβώς η Σκέψη γίνεται μετα-οντολογική. Δεν αναζητά πλέον πίσω από την πολλαπλότητα μια ακίνητη ουσία, αλλά εισέρχεται στη δυναμική της συν-μεταμόρφωσης. Το Άσκεφτο είναι η ανοιχτότητα του Κόσμου, η δυνατότητα του Κόσμου να γίνεται διαφορετικός. Η διάνοιξη της Σκέψης στο Άσκεφτο σημαίνει ότι Ο Κόσμος, στην Άχρονη Ολότητά του αποκαλύπτεται ως μια ενιαία και πολυδιάστατη διαδικασία μορφοποίησης και απο- μορφοποίησης, συνύπαρξης και μεταμόρφωσης, συγχρονίας, διαχρονίας και πανχρονίας.
Σ΄΄΄ αυτ΄ό το σημείο αναδεικνύεται η σημασία του Ρυθμού και του Διαγώνιου Μονοπατιού. Ο Ρυθμός δεν είναι μια νέα αρχή ούτε μια τρίτη θέση ανάμεσα στις αντιθέσεις, αλλά η ίδια η κίνηση μέσω της οποίας οι μορφές γεννιούνται, μετασχηματίζονται και αλληλοδιαπερνώνται. Και το Διαγώνιο Μονοπάτι δεν οδηγεί από μια αλήθεια σε μια άλλη, αλλά διασχίζει τις μορφές χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτές. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον να κυριαρχήσουμε πάνω στον Κόσμο, αλλά να μάθουμε να συν-διαμορφωνόμαστε μαζί του· όχι να γνωρίσουμε τα πάντα, αλλά να κατοικήσουμε δημιουργικά μέσα σε αυτό που δεν εξαντλείται από τη γνώση. Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο νόημα του «να σκεφτούμε το Άσκεφτο»: να πράττουμε μέσα σε έναν Κόσμο που δεν έχει τελειώσει.
ΤΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ?
Το ερώτημα που τίθεται στον ανθρωπο της πλανητικής οικουμένης δεν είναι απλώς «τι είναι ο Κόσμος;», αλλά τι μπορεί να γίνει ο Κόσμος και τι μπορεί να γίνει ο ίδιος ο άνθρωπος μέσα στην ανοιχτότητα των άπειρων δυνατοτήτων του. Ο πλανητικός πολιτισμός έχει ενώσει τεχνικά και πληροφοριακά τον πλανήτη, αλλά αυτή η εξωτερική ενοποίηση δεν σημαίνει ότι έχει αποκτήσει αντίστοιχη κατανόηση της ολότητάς του. Χρειάζεται λοιπόν να σκεφτούμε το Άσκεφτο ως εκείνο που παραμένει ανοιχτό μέσα στην ίδια την πλανητική συνθήκη: τις δυνατότητες που δεν έχουν ακόμη μορφοποιηθεί, τις νέες μορφές συνείδησης, σχέσης, γνώσης, δημιουργίας και συλλογικής ζωής που δεν μπορούν να προκύψουν αν συνεχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε τον άνθρωπο, την κοινωνία, τη φύση και την τεχνολογία μέσα από παγιωμένες διακρίσεις.
Έτσι, η φράση «να σκεφτούμε το Άσκεφτο» σήμερα σημαίνει να σκεφτούμε πέρα από τον ήδη διαμορφωμένο άνθρωπο και τον ήδη διαμορφωμένο πολιτισμό, χωρίς να αναζητούμε ένα νέο τελικό πρότυπο, να στοχαστούμε την ανεκδήλωτη δυνατότητα του Κόσμου. Να κατανοήσουμε ότι ο πλανητικός πολιτισμός δεν είναι το νομοτελειακό τέλος μιας φυσικο-ιστορικής εξέλιξης, αλλά ένα κοσμικό μεταίχμιο, μια διακλάδωση συνειδησιακού προσανατολισμού, όπου ο Κόσμος αποκτά για πρώτη φορά μια πρωτοφανή αμοιβαιότητα: κάθε τοπική πράξη μπορεί να συμμετέχει στο πλανητικό, κάθε πλανητική μεταβολή επιστρέφει στο τοπικό, και η Σκέψη μεταμορφώνει το πεδίο που ταυτόχρονα τη μεταμορφώνει. Το Άσκεφτο είναι επομένως η Άβυσσος των δυνατοτήτων του πλανητικού Κόσμου που αναζητά τη μοίρα του και προσβλέπει στη μεταμόρφωσή του σε διαστρικά περιβάλλοντα. Το Άσκεφτο δεν είναι κάτι που πρέπει να κατακτήσουμε, αλλά το ανοιχτό πεδίο μέσα στο οποίο καλούμαστε να δημιουργήσουμε μορφές ζωής, γνώσης και συνύπαρξης που ακόμη δεν έχουμε τη γλώσσα για να τις ονομάσουμε.
Ανοιχτότητα σημαίνει να σταματήσουμε να αναζητούμε μια τελική αρχή, ένα έσχατο θεμέλιο ή μια οριστική εικόνα της πραγματικότητας. Το Άσκεφτο ανοίγει τον Κόσμο προς άπειρες δυνατότητες.Η Ανοιχτότητα δεν σημαίνει απλώς την απόρριψη του Απολύτου προς χάριν του Σχετικού. Αυτό θα διατηρούσε την ίδια δυαδική λογική. Το ενδιαφέρον είναι να δούμε πώς το Απόλυτο και το Σχετικό συν-διαμορφώνονται, ώστε το ένα να μην μπορεί να νοηθεί χωρίς το άλλο. Το Απόλυτο, αν νοηθεί ως πλήρης και τελική αυτάρκεια, κλείνει τη δυνατότητα, το Σχετικό, αν νοηθεί ως απλή σχετικότητα χωρίς καμία αναφορά σε ολότητα, κινδυνεύει να διαλυθεί σε μια απεριόριστη πολλαπλότητα χωρίς συνοχή. Κάθε σχετική μορφή φέρει μέσα της μια διάσταση που υπερβαίνει τη συγκεκριμένη μορφή της, ενώ κάθε απόπειρα σύλληψης του Απολύτου εμφανίζεται πάντοτε μέσα από συγκεκριμένες, ιστορικές, γλωσσικές και βιωματικές μορφές. Έτσι, το Απόλυτο δεν βρίσκεται κάπου πέρα από το Σχετικό ως ένας κόσμος πίσω από τον κόσμο, αλλά διανοίγεται μέσα από την ατελεύτητη υπέρβαση κάθε σχετικού προσδιορισμού. Και το Σχετικό δεν είναι το αντίθετο του Απολύτου, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το μη-κλειστό, το μη-εξαντλήσιμο και το Άσκεφτο αποκτούν προσωρινές μορφές.
Γι’ αυτό η Ανοιχτότητα βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη συν-διαμόρφωση. Δεν είναι ούτε Απόλυτο ούτε Σχετικό, ούτε μια τρίτη περιοχή ανάμεσά τους. Είναι η κίνηση κατά την οποία κάθε μορφή είναι αυτό που είναι και συγχρόνως υπερβαίνει τον εαυτό της, κάθε σχετικότητα ανοίγεται σε κάτι περισσότερο και κάθε απόπειρα Απολύτου επιστρέφει στη σχετικότητα των μορφών μέσα από τις οποίες εκφράστηκε. Το Απόλυτο γίνεται έτσι η δυνατότητα του Σχετικού να μην κλείνει ποτέ στον εαυτό του, ενώ το Σχετικό γίνεται ο τρόπος με τον οποίο το Ανοιχτό αποκτά κάθε φορά μορφή χωρίς να εξαντλείται σε αυτήν.
Η υπέρβαση του ανθρωποκεντρισμού δεν σημαίνει την υποβάθμιση του ανθρώπου, αλλά την αποδέσμευσή του φαντασιακού από την ναρκισσιστική ιδέα ότι αποτελεί το κέντρο, το μέτρο και τον τελικό ερμηνευτή του Κόσμου. Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται απέναντι από τον Κόσμο ως ανεξάρτητος παρατηρητής, αλλά συμμετέχει σε ένα πλέγμα αλληλεξαρτήσεων όπου οργανική και ανόργανη ζωή, ύλη, γλώσσα, τεχνολογία, οικολογικό περιβάλλον και συνείδηση αλληλοδιαμορφώνονται. Η πλανητική συνύπαρξη δεν είναι επομένως απλώς η τεχνική ή πολιτική ενοποίηση της ανθρωπότητας, αλλά η συνειδητοποίηση ότι κάθε ανθρώπινη μορφή ζωής συμμετέχει σε μια ευρύτερη διαδικασία συν-διαμόρφωσης. Ο άνθρωπος γίνεται έτσι όχι κέντρο του Κόσμου αλλά διαπερατός κόμβος του, ένας τόπος όπου διαφορετικές δυνάμεις, χρονικότητες και μορφές ζωής συναντώνται και μετασχηματίζονται. Η Πλανητική Σκέψη αρχίζει όταν ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται πλέον τον εαυτό του ως κυρίαρχο πάνω στον Κόσμο, αλλά ως μέρος μιας ανοιχτής ολότητας που τον περιλαμβάνει και ταυτόχρονα τον υπερβαίνει.
Το ενσυνείδητο Εγώ, ως ορθολογικό και αναστοχαστικό Εγώ, δεν αποτελεί το σύνολο της Σκέψης, αλλά μία από τις διαστάσεις της. Η Σκέψη εκτείνεται πέρα από τη συνειδητή λογική διεργασία και περιλαμβάνει τη διαίσθηση, την ενόραση, τη φαντασία, τα συγκινησιακά και βιωματικά στοιχεία του ψυχισμού, τα πάθη, τη μνήμη, τις σωματικές και νευρωνικές διεργασίες, καθώς και όλες εκείνες τις μορφές νοηματοδότησης που δεν εμφανίζονται πάντοτε ως σαφής και συνειδητός συλλογισμός. Επομένως, η Σκέψη της εποχής μας δεν μπορεί να περιορίζεται στη μονοφωνία του ορθολογικού Εγώ, αλλά χρειάζεται να σκεφτεί τον εαυτό της ως ένα ευρύτερο δυναμικό σύνολο, όπου οι διαφορετικές διαστάσεις της δεν λειτουργούν απομονωμένα, αλλά αλληλοδιαπερνώνται, συν-διαμορφώνονται και συν-μεταμορφώνονται. Η υπέρβαση του ορθολογισμού, επομένως, δεν είναι άρνηση του Λόγου, αλλά διεύρυνση της Σκέψης προς την ολότητα των τρόπων με τους οποίους ο άνθρωπος αισθάνεται, αντιλαμβάνεται, φαντάζεται, επιθυμεί, θυμάται, δημιουργεί και νοηματοδοτεί τον Κόσμο.Έτσι, η υπέρβαση της ορθολογικότητας δεν σημαίνει εγκατάλειψη του Λόγου, αλλά υπέρβαση της αξίωσης ότι η γραμμική αιτιότητα, η ταυτότητα, η δυαδική διάκριση και η αναλυτική σκέψη μπορούν να εξαντλήσουν την πραγματικότητα. Ο Λόγος ανοίγεται προς τον Μη-Λόγο, το νοημένο προς το Άσκεφτο, η μορφή προς την αμορφοποίητη δυνατότητα, χωρίς αυτά να μετατρέπονται σε αντίθετες περιοχές. Η γνώση παύει να είναι κατάκτηση ενός αντικειμένου και γίνεται συμμετοχή σε μια διαδικασία συν-διαμόρφωσης, ενώ η πράξη παύει να είναι επιβολή μιας προκαθορισμένης μορφής πάνω στον Κόσμο και γίνεται ποιεῖν, δημιουργική συμμετοχή στις δυνατότητές του. Ο άνθρωπος του πλανητικού πολιτισμού καλείται έτσι όχι να ολοκληρώσει τον Κόσμο, αλλά να παραμείνει ανοιχτός στη συνεχή μεταμόρφωσή του.
Η γνώση, μέσα σε αυτή τη μετατόπιση, δεν μπορεί πλέον να νοείται ως ιδιοποίηση και κατάκτηση ενός αντικειμένου από ένα ανεξάρτητο υποκείμενο. Κάθε γνώση συντελείται μέσα σε μια σχέση όπου αυτό που γνωρίζει και αυτό που γνωρίζεται επηρεάζονται αμοιβαία και μετασχηματίζονται. Ο Κόσμος δεν βρίσκεται απέναντι στη Σκέψη ως έτοιμο αντικείμενο προς εξάντληση, όπως και η Σκέψη δεν βρίσκεται έξω από τον Κόσμο ως ουδέτερος παρατηρητής. Η γνώση γίνεται έτσι συμμετοχή σε μια διαδικασία συν-διαμόρφωσης, όπου κάθε νέα κατανόηση δεν κλείνει το ‘’αντικείμενό της’’ αλλά ανοίγει νέες δυνατότητες ερμηνείας και εμπειρίας. Το Άσκεφτο βρίσκεται ακριβώς εδώ: όχι ως κάτι που η γνώση οφείλει κάποτε να κατακτήσει, αλλά ως η αδυναμία κάθε γνώσης να εξαντλήσει το πεδίο από το οποίο προέρχεται και μέσα στο οποίο συνεχίζει να μεταμορφώνεται.
Όταν ο Κόσμος δεν θεωρείται ένα σταθερό αντικείμενο απέναντι σε ένα κυρίαρχο υποκείμενο, αλλά ένα πεδίο συνεχούς συν-διαμόρφωσης, μεταβάλλεται και η έννοια της πράξης. Η πράξη δεν είναι πλέον πρωτίστως επιβολή μιας προκαθορισμένης μορφής πάνω σε έναν αδρανή Κόσμο, αλλά συμμετοχή στις δυνατότητες που ήδη αναδύονται μέσα της. Το Πράττειν ως Ποιεῖν σημαίνει ότι η δημιουργία γίνεται συνεργασία με το ανοιχτό πεδίο του Κόσμου και όχι απόπειρα απόλυτου ελέγχου του. Πράττω σημαίνει επομένως να δημιουργώ χωρίς να απαιτώ από πριν να γνωρίζω πλήρως το αποτέλεσμα, να παρεμβαίνω χωρίς να κλείνω τη δυνατότητα του απρόβλεπτου και να μορφοποιώ χωρίς να μετατρέπω τη μορφή σε οριστική, δεσμευτική και αμετάκλητη συνθήκη. Η πράξη γίνεται έτσι ένας τρόπος συμμετοχής στον Ρυθμό της μεταμόρφωσης.
Αν ο Κόσμος είναι ανοιχτή Ολότητα, Ολότητα Αποσπασμάτων που διέπονται από τον Άχρονο Χρόνο, τότε δεν μπορεί να νοηθεί ως ένα έργο που κάποτε θα ολοκληρωθεί, ούτε ο πολιτισμός ως μια ιστορική πορεία που οδηγεί σε μια τελική και τέλεια μορφή. Κάθε μορφή πολιτισμού είναι ταυτόχρονα επίτευγμα και δυνατότητα υπέρβασής της, κάθε κατάκτηση δημιουργεί νέες ερωτήσεις και κάθε απάντηση ανοίγει ένα νέο πεδίο του Άσκεφτου. Η μεταμόρφωση δεν είναι επομένως μια μετάβαση από μια ελλιπή κατάσταση σε μια τελική κατάσταση πληρότητας, αλλά η ίδια η συνθήκη της ύπαρξης του Κόσμου ως Ανοιχτής Ολότητας. Ο σύγχρονος πλανητικός πολιτισμός καλείται έτσι όχι να ολοκληρώσει την ιστορία του, αλλά να αποκτήσει την ικανότητα να μεταμορφώνεται χωρίς να κλείνεται μέσα στις μορφές που ο ίδιος δημιούργησε. Το Άσκεφτο είναι ακριβώς αυτή η ανοιχτή δυνατότητα: ο Κόσμος να μην εξαντλείται ποτέ σε αυτό που ήδη έγινε.